Η ελληνική κοινότητα της Πρετόρια τη δεκαετία του 1910.

Έλληνες στη Ν. Αφρική. Αυτοί που έφυγαν και αυτοί που έμειναν.

«Οι περισσότεροι ζούσαν υπό το φόβο ότι θα τους διώξουν, οπότε έβαζαν το κεφάλι κάτω. Υπήρχαν όμως Έλληνες που ασχολήθηκαν με την πολιτική. Το Σύνταγμα της σημερινής χώρας γράφτηκε και από τον Μπίζο. Από το μηδέν δημιουργήθηκε ένα πολύ προοδευτικό Σύνταγμα.», Έλληνες που έζησαν ή ζουν στη Ν. Αφρική μας μεταφέρουν μια δική τους οπτική για τη ζωή τους κατά την περίοδο του Απαρτχάιντ. 

Η ιστορία των Ελλήνων στη Νότια Αφρική είναι μακρά και βρίσκει τις απαρχές της στον 19ο αιώνα. Προσωπικότητες όπως ο δικηγόρος του Νέλσωνος Μαντέλα, Γεώργιος Μπίζος και ο δολοφόνος του Πρωθυπουργού του Απαρτχάιντ, Δημήτρης Τσαφέντας, σημάδεψαν την ιστορία της χώρας. Οι περισσότεροι κράτησαν μετριοπαθή στάση μπροστά στις φοβερές κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες. Μετά την πτώση του καθεστώτος πολλοί ήταν εκείνοι που επέλεξαν να φύγουν με πηγές να έχουν μεγάλη απόκλιση αναφέροντας ότι η ελληνική κοινότητα σήμερα αριθμεί 30 – 135.000 Έλληνες. Παραμένει όμως η χώρα της Αφρικής με τον μεγαλύτερο ελληνικό πληθυσμό.

Η δημιουργία των ελληνικών κοινοτήτων

Όπως δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Αντώνης Χαλδαίος, οι πρώτοι Έλληνες μετανάστες ήταν ναυτικοί που έφτασαν στο λιμάνι του Κέιπ Τάουν, γύρω στο 1860. Μετά από 30 χρόνια η μετανάστευση έγινε πιο μαζική, με τους περισσότερους να ξεκινούν από την Ιθάκη και την Κεφαλονιά και σε μικρότερο βαθμό, από κάποια νησιά του Αιγαίου, όπως η Λήμνος, η Λέσβος, η Σάμος. Στα τέλη του 19ου αιώνα, η ελληνική κοινότητα αριθμούσε 200 με 300 άτομα. Όσοι ζούσαν στην περιοχή του Κέιπ Τάουν ήταν έμποροι, όσοι έμεναν στα βόρεια της σημερινής Νότιας Αφρικής, στην τότε ανεξάρτητη δημοκρατία του Τράνσβααλ, μεταλλωρύχοι.

Η ελληνική κοινότητα του Γιοχάνεσμπουργκ συγκεντρωμένη.
Η ελληνική κοινότητα του Γιοχάνεσμπουργκ. Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ο κ. Κώστας Βρανάς, πρώην δημόσιος κατήγορος και νυν καθηγητής εγκληματολογίας αναφέρει, «Οι αρχές μου είναι από τη Λήμνο. Ο παππούς μου είχε έρθει από τη Μικρά Ασία, το 1800. Από την Κωνσταντινούπολη ανέβηκε παράνομα σε ένα πλοίο και όταν ο καπετάνιος τον έπιασε, του είπε θα σε αφήσω στο λιμάνι Σαίντ στην Αίγυπτο. Ο παππούς μου είπε όχι σας παρακαλώ, θα δουλέψω στο πλοίο και παρακαλώ πηγαίνετέ με στη Νότια Αφρική. Δούλευε για όλο το ταξίδι στα μπόιλερ και όταν κατέβηκε στο Ντέρμπαν είπε ότι θέλει να μείνω εδώ. Τώρα είμαστε 3 γενιές στη Ν. Αφρική».

Σταδιακά αναπτύχθηκαν περιοχές που κατοικούνταν από λευκούς, όπως η Πρετόρια, το Κέιπ Τάουν, το Γιοχάνεσμπουργκ, το Πορτ Ελίζαμπεθ και το Ντέρμπαν. Σήμερα οι περισσότεροι λευκοί Νοτιοαφρικανοί ζουν στα ίδια προάστια και στα μεγάλα αστικά κέντρα. Όπως μοιράζεται ο κ. Βρανάς, «Ο πατέρας μου γεννήθηκε το 1912, το Γιοχάνεσμπουργκ δεν είχε ηλεκτρισμό δεν είχε δρόμους, ήταν ένα μικρό χωριό. Όταν ήταν νέος είδε τις αρχές του αυτοκινήτου, τα πρώτα αυτοκίνητα στο Γιοχάνεσμπουργκ, τα πρώτα πράγματα που έκαναν το Γιοχάνεσμπουργκ σπουδαίο, τα ορυχεία χρυσού, τα πρώτα συμβόλαια που υπογράφηκαν με τους Έλληνες. Είχε μια προνομιακή ζωή γιατί ήταν μια σχετικά πλούσια οικογένεια. Δεν λέω ότι ο πατέρας μου ήταν κακό άτομο για αυτόν τον λόγο απλά ότι γεννήθηκε εκείνη την εποχή σε μία διαφορετική τάξη και είχε τότε τις ευκαιρίες που πολλοί λίγοι έγχρωμοι άνθρωποι έχουν σήμερα».

Οι πρώτες ελληνικές κοινότητες είχαν δημιουργηθεί μέχρι το 1920. Σταδιακά και μέχρι τη δεκαετία του ‘50 και του ‘60 είχαν δημιουργηθεί ελληνικές κοινότητες σε περισσότερες από 20 πόλεις. Μια έλλειψη σε εργατικό δυναμικό δυναμικό με τεχνικές γνώσεις είχε δημιουργηθεί λόγω του καθεστώτος διακρίσεων. Λύση στο πρόβλημα αποτέλεσε η μαζική μετανάστευση έμπειρων Ευρωπαίων. Ο κ. Κώστας Καπούτσης μιλά για το πως βρέθηκε στο Γιοχάνεσμπουργκ τη δεκαετία του ‘50. «Στην Ελλάδα είχα τελειώσει και το στρατό, που ήμουν και αξιωματικός. Εκεί απέκτησα πολλές τεχνικές γνώσεις. Όταν τελείωσα έπαιρνα πραγματικά χρήματα της πείνας. Τότε εδώ διαφήμιζαν τη Ν. Αφρική. Από τη μία οι Έλληνες που θέλανε κόσμο να πάει εκεί και από την άλλη οι Ολλανδοί που ήθελαν άτομα με πείρα για δουλειά. Για να πάμε έπρεπε να περάσουμε έλεγχο υγιεινής, να έχουμε προσόντα και κάποιον που να μπορεί να μας προσλάβει».

Κορίτσια με παραδοσιακή ελληνική φορεσιά. Νότιος Αφρική.
Photo by Kostas Pilakos, Gallery

Εκκλησίες, το ελληνικό σινεμά που μετέπειτα το έκλεισε η Λουθηρανή Εκκλησία και το ελληνικό σχολείο, έκαναν το Γιοχάνεσμπουργκ το κέντρο της ελληνισμού στη Ν. Αφρική. Όπως μας πληροφορεί η ζωγράφος και δασκάλα πιάνου Βλασία Ρέτσου, «Η ελληνική κοινότητα ήταν πολύ δεμένη, είχαμε σύλλογο χορού, μαθαίναμε όλους τους ελληνικούς χορούς και κάναμε επιδείξεις. Είχαμε και άλλες επίσημες εκδηλώσεις που έμοιαζαν με μπουζούκια και με τα χρήματα των εισιτηρίων σπούδαζαν ελληνόπουλα. Και οι γονείς μου είχαν τα μυαλά της παλιάς Ελλάδας. Ήταν μια κλειστή κοινωνία, γιατί ουσιαστικά ήρθαν ξαφνικά από τα χωριά, σε μια χώρα όπου δεν μιλούσαν τη γλώσσα. Η μαμά μου πριν έρθει φύλαγε τα πρόβατα.»

Όπως αναφέρει ο κ. Βρανάς, «Ο πατέρας μου ήταν βεβαίως πρόεδρος την ελληνικής κοινότητος για πολλά χρόνια εδώ στη Νότια Αφρική και αυτός φυσικά ήταν παλαιότερα δικηγόρος εδώ στον Άρειο Πάγο. Πέθανε σε ηλικία 91 ετών το 2005 και ήτανε πολύ ενεργός στην ελληνική κοινότητα. Ήταν σημαντικός παράγοντας στην μετανάστευση των Ελλήνων το 1949 μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου αλλά ανατράπηκε από την νοτιοαφρικανική κυβέρνηση που με το Απαρτχάιντ δεν ήθελε άλλους ξένους.»

Το καθεστώς

Κατά την περίοδο του Απαρτχάιντ (από την εφαρμογή της πολιτικής διαχωρισμού των ανθρώπων το 1948 μέχρι την κατάργησή του το 1991) εφαρμόστηκαν μια σειρά από επιθετικά μέτρα με στόχο τους μη λευκούς πολίτες και τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Σε πολλές περιπτώσεις οικογένειες διαλύθηκαν καθώς τα παιδιά τους κατηγοριοποιήθηκαν ως Έγχρωμα (μιγάδες). Οι γάμοι και οι σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ λευκών και άλλων εθνοτικών ομάδων απαγορεύονταν. Το 80% περίπου της γης άνηκε στους λευκούς.

Οι Έλληνες μαζί με όσους προέρχονταν από τη Νότια Ευρώπη θεωρούνταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας και βίωσαν τον ρατσισμό. Η εδραίωση τους όμως, στον επιχειρηματικό τομέα τους βοήθησε σε πολλές περιπτώσεις να γίνουν αποδεκτοί. Όπως αναφέρει ο κ. Χρήστος Καπούτσης, «Ο αδερφός μου έκανε παρέα με Λιβανέζους, που ζούσαν κι εκείνοι απομονωμένοι. Ο ρατσισμός υπήρχε ειδικά εξαιτίας των παράξενων εθίμων μας, όπως αποτυπώνονται και στην ταινία «My Big Fat Greek Wedding». Υπήρχαν ακόμη συμμορίες Ελλήνων, ένα σκληροπυρηνικό γκέτο.»

Μαθητές μπροστά σε σχολείο στο Γιοχάνεσμπουργκ, στις αρχές της δεκαετίας του '80, στη Ν. Αφρική.
Μαθητές στο Γιοχάνεσμπουργκ, αρχές δεκαετίας του ’80

«Δεν επιβίωνες αν ήσουν αριστερός ή περισσότερο φιλελεύθερος σε μια φασιστική χώρα.» Ο ίδιος διέμενε στη ψυχή του αστικού κέντρου του Γιοχάνεσμπουργκ ως δεύτερη γενιά. «Εδώ είχαμε όλες τις ανέσεις, έπρεπε να υπακούμε όμως κάποιους κανόνες. Ζούσαμε κάπως σαν κατάσταση Gestapo. Είχαμε μνημείο στην είσοδο του σχολείου για εκείνους που είχαν σκοτωθεί στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μεγαλώσαμε με την απειλή ότι μπορεί να σκοτωθούμε, πολλοί φίλοι είχαν σκοτωθεί. Νιώθαμε ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να μας καλούσαν να πολεμήσουμε. Υπήρχαν απαγορεύσεις στη μουσική που μπορούσαμε να ακούσουμε. Ακόμη όλοι μαθαίναμε σκοποβολή».

Ο καθηγητής Κωσταντίνος Βρανάς αναφέρει σχετικά, «έχασα τόσους πολλούς φίλους στα σύνορα μεταξύ Ναμίμπια και Ανγκόλα, δηλαδή είναι απίστευτο. Είναι κάτι που η σημερινή γενιά δεν έχει ιδέα, πώς είναι να στέλνεις έναν γιο ή κόρη σε σε ζώνη πολέμου».

Οι Έλληνες πετυχαίνουν

Μέσα στα πλαίσια αυστηρών φυλετικών διακρίσεων, οι Ολλανδοί και οι Άγγλοι εργάζονταν κυρίως σε κυβερνητικές θέσεις, τις οποίες δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν μη λευκοί, ενώ οι Έλληνες ασχολούνταν με την εστίαση, τη νυχτερινή ζωή και επιχειρήσεις όπως σούπερ μάρκετ (nightclubs, καζίνο κ.τ.λ.).

Ο κ. Χρήστος Καπούτσης, δουλεύει στο ταμείο της οικογενειακής επιχείρησης σούπερ μάρκετ στη Ν. Αφρική.
Ο κ. Χρήστος Καπούτσης στην οικογενειακή επιχείρηση.

Με το εμπόριο ασχολήθηκαν, μέχρι και τη δεκαετία του 1940 και 1950. Δραστηριοποιήθηκαν σε εχθρικό περιβάλλον, όπως επισημαίνεται από τον κ. Χαλκαίο, αλλά πέτυχαν. Τα μικρά μαγαζάκια έγιναν τεράστια σούπερ μάρκετ, με υποκαταστήματα σε όλη τη χώρα, δημιουργήθηκαν βιομηχανίες εμφιάλωσης ποτών και νερού, καπνεργοστάσια (οι Έλληνες ήταν πρωτοπόροι στην παραγωγή και την τυποποίηση του καπνού στη Νότια Αφρική), εργοστάσια επεξεργασίας μεταλλευμάτων, ναυτιλιακές εταιρείες.

Ο κ. Κώστας Καπούτσης δηλώνει, «Πήγα εκεί για να βγάλω κάποια χρήματα και έκανα το κομμάτι μου. Αρχικά ήμουν τυχερός και δούλεψα σε μια μεγάλη εταιρεία, μετά μπορούσα να ανοίγω και να κλείνω επιχειρήσεις. Εκεί υπήρχε δουλειά, είχαμε και το δικό μας σπίτι.» Παραταύτα ο ίδιος τόνισε ότι δεν είχαν όλοι οι Έλληνες την ίδια τύχη. «Υπήρχαν Έλληνες που δεν είχαν δουλειά, δεν είχαν καθόλου γνώσεις, δεν ήξεραν ξένη γλώσσα».

Σήμερα, όπως δήλωσε ο κ. Χαλδαίος στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, υπάρχουν Έλληνες που συγκαταλέγονται ανάμεσα στους πλουσιότερους ανθρώπους της Ν. Αφρικής.

Η πτώση του Απαρτχάιντ

Προς το τέλος του Απαρτχάιντ και μετά την αλλαγή της κυβέρνησης, οι περισσότεροι Έλληνες έφυγαν μαζικά από τη χώρα. Ένας λόγος ήταν η πολιτική αστάθεια και οι φήμες που κυκλοφορούσαν για το τι θα επακολουθήσει, ένας άλλος η εγκληματικότητα που είχε φτάσει στο ζενίθ. Πολλοί έφυγαν για να αποφύγουν τα παιδιά τους τη στράτευση. Όλοι περίμεναν μια μεγάλη αλλαγή.

«Ένα από τα πρώτα πράγματα που συνέβησαν μετά την πτώση του καθεστώτος ήταν το Gay Pride. Πριν από αυτό δεν γινόταν καν θέμα για τη σεξουαλικότητα, ήταν αδιανόητο. Μετά καταλάβαμε ότι τα νέα πριν ήταν ελεγχόμενα, κανείς δεν μιλούσε πρότερα για την έξαρση του AIDS και της οικογενειακής βίας», όπως μας μεταφέρει ο κ. Χρήστος Καπούτσης. Με την αλλαγή της κυβέρνησης το 1994, ήρθαν στο φως τα προβλήματα αλλά και οι κεκαλυμμένες επιπτώσεις που είχε η καταπίεση στη ζωή των ανθρώπων. Ο κ. Βρανάς αναφέρει χαρακτηριστικά, «Πολλοί άνθρωποι εκείνη την εποχή που ήμουν ακόμα δημόσιος κατήγορος στον Άρειο Πάγο στο Γιοχάνεσμπουργκ, μάθανε πόσοι λευκοί είχανε έγχρωμες γυναίκες».

Σήμερα 27 χρόνια μετά από τις πρώτες ελεύθερες εκλογές που έγιναν με τη συμμετοχή όλων των φυλών, πολλές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις του Απαρτχάιντ παραμένουν. Νοοτροπίες και βιώματα που έχουν ριζώσει στη νοτιοαφρικανική κοινωνία. Συμφωνίες κάτω από το τραπέζι και λάδωμα, «οι άνθρωποι είναι παραπλανημένοι και δεν γνωρίζουν τι κάνει η κυβέρνηση και πώς το κάνει, η διαφθορά είναι τεράστια, το έγκλημα είναι συχνό», όπως μας μεταφέρει ο κ. Βρανάς. Σύμφωνα με δεδομένα της Παγκόσμιας Τράπεζας που δημοσιεύτηκαν το 2018, οι Νοτιοαφρικανοί που κάποτε βίωσαν την φτώχεια και την αδικία συνεχίζουν να βρίσκονται σε δυσχερή θέση. Παράλληλα η εγκληματικότητα και οι επιθέσεις εις βάρος των λευκών Νοτιοαφρικανών πολιτών συνεχίζει να υφίσταται, όπως και οι εκρήξεις ξενοφοβίας Νοτιοαφρικανών εθνικιστών έναντι αλλοδαπών.

Photo by Lina Loos on Unsplash

Όπως αναφέρει ο κ. Χρήστος Καπούτσης, σχετικά με το νέο καθεστώς, «Η δυσκολία που έχει να αντιμετωπίσει αυτό το κράτος είναι ό,τι συμβαίνει με κάθε νέο καθεστώς, το να εισέρχονται προβλήματα από το παλιό». Παραταύτα όπως μας τονίζει, με τη βοήθεια ανθρώπων, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Έλληνας δικηγόρος Γεώργιος Μπίζος, «Από το μηδέν δημιουργήθηκε ένα πολύ προοδευτικό Σύνταγμα.», ακρογωνιαίος λίθος της δημοκρατίας στη Ν. Αφρική.

Ο κ. Βρανάς μας μιλά με λατρεία, «Εύχομαι όπως γράφουν για το πόσο ωραία είναι η Ελλάδα, γιατί είναι μια πολύ όμορφη χώρα, εύχομαι το ίδιο να έγραφε κάποιος και για τη Νότια Αφρική. Δεν έχει νησιά αλλά έχει μία τελείως διαφορετική ομορφιά. Αν σου αρέσουν τα άγρια ζώα, η απέραντη φύση, να κοιμάσαι κάτω από τα αστέρια και να βλέπεις πράγματα που δεν μπορείς να δεις στην πόλη, τότε η Νότιος Αφρική είναι το μέρος για να επισκεφθείς».

Advertisements